Κυριακή, 15 Ιουλίου 2007

7 ΛΜΧ

Περπατούσα στο δάσος και μέτραγα μέρες

Ήταν κι ο μαύρος πίθηκος καβάλα

Σε μια ιτιά ιτιά καρβουνιασμένη

Και μου πετούσε χουρμάδες και τσιγαριλίκια


ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Μοιράζεις αντικείμενα

Και λογαριάζεις λόγια

Το φώς διασχίζει την ημέρα σου

Εγκάρσια

Μάτια στεγνά

Στην κούπα σου βουρκώνει

Καφές

Η κοκαΐνη της πωλήτριας


PABLO, VIR PRAVUS

Το σκοτεινό σύμπαν

Λεωφόρος διαγαλαξιακή κακοφωτισμένη

Κόκκινοι νάνοι και μαύρες τρύπες

Κουράστηκα

Η μακαριότητα της πράξης

Γερνάει στα ιδιόλεκτα

Κάθε μικρού γαλαξιακού σταθμού

Hasta la proxima

Μέρα της κρίσης

ΠΑΡΑΛΙΑ

Ι



Ήρθα σε λάθος παραλία να σε βρω
Φθινόπωρο και με μαστίγωσε η άμμος
Σταματώ λοιπόν εδώ
Κι αρχίζω άλλο
Ποίημα
Τουριστικό
Για έρωτες εφηβικούς
Και ήλιους θερινούς σε θέωση

Θα περιμένω άλλα καλοκαίρια
Η μυρωδιά σου αλητεύει στους πλανήτες



ΙΙ



Θα 'μαστε πάντα ταξιδιώτες για την όχθη της ζωής
Όπου δεν έχει μπάτσους και οχτάωρα
Θα συναντιόμαστε συχνά στους ίσκιους της γιορτής
Περιμένοντας το επόμενο καράβι




ΙΙΙ




Στη γυμνή σου παραλία
Μην ξεμένεις απροστάτευτη και μόνη
Καλοτάξιδη σε θέλω να μπερδεύεσαι στα πόδια
Των κυμάτων
Να γυρνάς αποσταμένη σε λιμάνια βουερά
Και μικρές οάσεις απραξίας
Ξέρω πως πάντα στο δικό σου ακρογιάλι θα γυρνάς
Θέλω πολύ που να σε πάρει να με πας ένα ταξίδι



IV




Όταν γεράσουν οι απίστευτες στιγμές
Εμείς θα γίνουμε κοχύλια
Κι εσύ θα τριγυρνάς στις παραλίες
Θα μας γυρεύεις
Και θα κρυφακούς το βουητό μας


ΠΡΟΣ ΝΕΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Βάλε και λίγο σεξ

Πουλάει


Προσεκτικά

Χωρίς να δίνεις αίσθηση

Εκσπερμάτωσης

Σπασμών


Μην τους τρομάξεις ούτε καν

Με τη γλυκιά χαλάρωση του τέλους


ΜΠΡΙΚΙ

Πέφτει μια ξεκούρδιστη

Σιγανή βροχή

Ντύθηκες σκουπίδια από ανέμους

Και θαλασσινό νερό

Φεύγεις για τους ορυζώνες


Πέφτει μια ξεκούρδιστη

Κίτρινη βροχή

Βράζω σα νερό

Φόρεσες κερένια μάσκα και χορεύεις

Δουλεύεις

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (απόσπασμα Ι)

Το χώμα σου ευρύχωρο
Κι η άμμος για τσιμέντο
Και το τσιμέντο τρίφυλλο
Με πρέζα ποτισμένο
Κι η πρέζα μαύρο νυφικό
Κουφάρι που δε λιώνει
Δε λιώνει τούτο το κορμί
Εγώ θα τ' αναστήσω

ΑΘΗΝΑ

Η αθήνα είναι πανηγυρική στο λυκόφως

Γυμνή και τρομακτική

Σα νωχελική γκόμενα


Η αθήνα είναι ψεύτικη

-όχι ψεύτρα ψεύτικη-

Μάνα των τρένων και των καραβιών

Μας γεννάει καμωμένους για ταξίδι


Ξυπνάει κόκκινη και θαμπή

Στους προβολείς των ρυμουλκών

Και τις φωνές των γλάρων

Των γλάρων στη χωματερή και των γλάρων στο λιμάνι


Ψήνει καφέ άβαφη και ζαλισμένη

Πουτάνα στο σαλόνι και κυρία στο κρεβάτι


Γυρνάει ξυπόλητη στα σύννεφα

Και τα νύχια των ποδιών της είναι μαύρα



ATITLO

Ψηφιακοί μπάτσοι παντού
Δίψασα κι ήπια δυο μπύρες
Περίεργος δρόμος κι όντα γυμνά χορευτικά
Σαλεύουν στα χαλάσματα
Αγοράζω
Θα είχα βέβαια κι άλλες επιλογές
Πριν μου τρυπήσουν με ρομφαία
Το παλτό
Πρωτού φορέσω πανοπλία
Και μάσκα κλόουν

ΑΥΓΟΥΛΑΤΟ

Περίγραμμα αφής

Υπέροχο το σχέδιο

Έξοχο το νεραντζάκι

Σας κυρία νίτσα μου

Τι υπέροχο κρανίο!

Ρουφάτε μάτια αντί αυγά

Για πρωινό

Γι’ αυτό έχετε τόσο

Κόκκινα μάγουλα


ΜΠΑΡΟΒΙΟ

Περάσαμε το ποτάμι

Και βγήκαμε σ’ ένα φριχτό υπόγειο

Με θαυμάσια μουσική και μεθυσμένες γκόμενες

Περίπου τότε

Μίλησαν τα περιστέρια

Φώναξαν την αστυνομία να μαζέψει τις καπότες


ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (απόσπασμα IV)

Μάθε γυμνός να περπατάς
Μονάχος να πηγαίνεις
Να μάθεις και τους φίλους σου
Να 'ναι σκληροί μαζί σου
Να σου καρφώνουν τα καρφιά
Να σε κρεμούν στα ξάρτια
Τα χέρια σου πιστάγκωνα
Τα πόδια σου δεμένα
Ν' ακούς σειρήνες της ζωής
Σειρήνες του θανάτου
Κι αν προσπαθήσεις να λυθείς
Να μην τα καταφέρνεις

ΔΙΑΒΑΤΗΣ

Διυλίζοντας επιφάνειες ταξίδεψα

Στην αποσυναρμολόγηση του χρόνου

Περιφέρομαι ένα φάντασμα

Στα γυμνά τριαντάφυλλα της μέθεξης


Μονο όταν είμαι εν πορεία υφίσταμαι

Ποδηλάτης

Ακροβάτης

Παραβάτης

Διαβάτης και όχι δραγάτης

Η ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ

Ένα κοχύλι επιβαίνει εντός μου

Σε ζωτικά θαλάσσια υγρά κολυμπώντας

Στα ξωτικά το έταξα

Τροφή του κοχυλιού εγώ

Τροφή μου το κοχύλι

ΕΠΙΛΕΞΤΕ ΦΟΡΜΑ

Μην επισπεύδεις το θάνατο των πόθων

Όσοι αργοπεθαίνουν δεν ανασταίνονται

Δεν ξαναζούν στη μνήμη και στο σώμα




Να επισπεύδεις το θάνατο των πόθων

Όσοι αργοπεθαίνουν δεν ανασταίνονται

Δεν ξαναζούν στη μνήμη και στο σώμα

ΕΡΩΤΙΚΟ (λέμε τώρα...)

Κοιμάται μέσα σου η ζωή

Μ’ έναν ύπνο αδερφό του θανάτου

Έργο τέχνης ειρημένης

Όχι όσο θα ’θελες αφηρημένης

Αν η ύπαρξη έχει γεύση

Η δικιά σου

Δεσποσύνη

Είναι ανάλατη


ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ

Περνάει ένα κόκκινο σύννεφο
Τις ώρες που ξηλώνεται η μέρα
Τις ώρες που ξυπνούν τα πολυβολεία των εικόνων
Έρχεται το μουνάκι με τις αξύριστες μασχάλες
Γυμνό και λικνιστικό και μεσόγειο
Σα φραντζολάκι για ζύμωμα

ΧΑΣΑΠΟΣΕΡΒΙΚΟ

Στο μεταξύ κατεβαίνει το ιππικό

Με λογισμητές φορητούς

Και αεροτομές πολέμου

Άγριο

Από τα ορεινά της ευρώπης

Κουρσεύει πόλεις αράπικες και

Συγκεντρώνει τους ιθαγενείς στην οθόνη

LAS VEGAS

Τελετουργία απεμπόλησης ενδυμάτων

Ήχοι βυζαντινής βιομηχανικής μουσικής

Αντί θείας μετάληψης ουίσκι

Τοπικής παραγωγής


Μυσταγωγία η εξομολόγηση στη σβετλάνα

Και πιο φτηνή από τον ψυχαναλυτή μου


ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Παράδεισοι παρελθόντες κατοικούν στο αίμα μου

Νοσταλγώντας

Τους μελετώ

Η ανάσα του δράκου όμως

Κοιμάται σε μελλοντικά αρχιτεκτονικά σχέδια

Στοιχειό της στέγης άκτιστων σπιτιών

ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Η κόκκινη άννα

Μου τραγούδησε ένα βράδυ


Όμως εγώ

Τεμάχιζα τους πόθους μου

Και δε γύρισα να την κοιτάξω στα μάτια

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΜΑΒΙΛΗ (2000 μ.Χ.)

Χλοοναύτισσες και οινοπλόοι

Που πάτε;

Πάρτε βαφές για τα μαλλιά σας

Χαλκάδες για τη μύτη σας

Ύπτιες ημέρες θερινές έρχονται

Καιρός του φεύγα

Καιρός του πλακωτού

Ωραίος καιρός

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗ

Κύριε,



Το φως χύνεται απ’ το παράθυρό σας


Να το μαζέψω μ’ ένα σφουγγαρόπανο;

ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Ο μακρόκοσμος ονειρεύεται

Ανεβοκατεβαίνουν τα βυζιά του

Ηχορρυθμεί και φωτομετρά απέραντα θηλυκός

Παλινδρόμηση με καίρια μόνωση

Απ’ τις αγκάλες του μορφέα

Στις αγκάλες του ορφέα

ΟΣΙΟΣ

Περιφέρω το κορμί μου

Από παγκάκι σε υδρόστρωμα

Από συντρόφισσες επιστημόνισσες

Σε πωλήτριες και άπλυτα φρικιά


Στην πλάτη μου φυτρώνουν τρίχες

Ή άρχισα να βγάζω φτερα;

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (απόσπασμα ΙΙ)

σπαρμένο νάρκες το χωράφι σου
ανάσα
ο κατηφές το γιασεμί και στο παρτέρι δυόσμος
σφύριγμα παιδικό στ' αυτιά σου
τρυπάει γλυκά το τύμπανο
και στάζει η γης μελάνι

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (απόσπασμα ΙΙΙ)

Γεια σου κυρά του φεγγαριού
Κι αρχόντισσα της λήθης
Με το χρυσό περίστροφο
Και το ψηλό τακούνι
Που 'χεις στα μάτια σου καπνό
Και στο κορμί σου ζώνες
Και στο γυμνό το πόδι σου
Δεμένη τη ζωή μου

ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΞΙΩΜΑ

Άξιο βροχής την τροφή σου ν’ αγαπάς

Ώσπου να κατατμηθούν οι ταχύτητες

Δεν έχει νόημα το φώς να φτάσεις

με τετράτροχο

Δεν έχει τετράτροχο το νόημα να φτάσεις

με φώς

Δεν έχει φως το τετράτροχο να φτάσεις

με νόημα

ΝΟΣΤΟΣ

Περνάμε στα θερμά κλίματα

Τον τροπικό της αϋπνίας

Διασχίζουμε

Αστερισμοί της απραξίας μας χαράσσουνε πορεία


Περνάμε στα θερμά κλίματα

Μας περιμένουν τροπικοί παράδεισοι

Και αμμουδιές της λήθης

Στη μακρινή επικράτεια της νωχέλειας


ΨΕΥΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ονειρεύτηκα μια ψεύτικη γυναίκα
Έβγαζε βόλτα το σκύλο της στο παρίσι
Την φώναζε κασσάνδρα
Κασσάνδρα είναι ελληνικό όνομα
Της είπα
Ξέρεις καλά τους ελληνικούς μύθους
Μου απάντησε
Είναι λογικό είμαι έλληνας
Της είπα
Της είπα ψέματα
Δεν έχω πια κουράγιο να 'μαι έλληνας
Και η κασσάνδρα ήταν κόρη του βασιλιά της τροίας

ΣΑΒΒΑΤΙΑΝΟ


Η ζωή με ροκανίζει από μέσα

Μαζεύω τα τρίμματα και τα σνιφάρω

Της αγίας κωλυσιεργίας και σήμερα βοήθειά μας


Έξω

Στους κέρινους δρόμους

Γυρνάει σφυρίζοντας μια μελωδία

Για την απόκρια του κάθε σαββάτου


ΣΚΥΛΑΔΙΚΟ



Το δέρμα σου το φίλησε ο ήλιος

Το δέρμα σου πουκάμισο φιδιού στο χώμα

Κι εγώ στο χώμα

Λιώμα


ΣΟΚΟΛΑΤΑ

Αυτό το βυζί δεν είναι βυζί
Είναι πηγή
Κι αναβλύζει πικρή σοκολάτα

ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Περιστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό της
Ζωή στο χωροχρόνο της πλατείας
Τράμπα μπάφο με ύπνους
Κόκκινα μάτια κόκκινο στόμα
Κατακόκκινη κλειτορίδα φαντάζομαι
Κλείνω τα μάτια

ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ


Ήταν εκεί ο μάγος στη σκηνή

Βγάζοντας φωτιές από το στόμα

Χαράζοντας ιδεογράμματα

Στο δέρμα των ανήλικων φρικιών


Και οι μικροί του σάτυροι ήταν εκεί

Ρουφούσαν σύννεφα

Τραγάνιζαν κλαράκια κερασιάς

Και γυάλινες επιφάνειες κτιρίων

ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥ


Πετάω μάσκες θλίψης

Και μάσκες ειρωνείας

Τη γελαστη μουτσούνα

Του Διόνυσου φορώ

Κι αν περικυκλωθούμε

Αν μας πετροβολήσουν

Με μάσκα ινδιάνικη πολεμική

Το προσωπείο του γλυκύ ιησού θ’ αλλάξω

ΧΑΡΤΟΚΟΥΤΟ

Ι




Περπατάω στο δρόμο μ' ένα κρεμμύδι στο χέρι
Νέφτι και κρασί και σήμερα
Παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο






ΙΙ







Περπατάω σε στέγες
Κρέμομαι σε φωταγωγούς
Αγκαλιάζω κεραίες
Ερωτεύομαι έχιδνες





ΙΙΙ





Κεντρικός αεραγωγός
Ύπτιες μορφές επιπλέουν
Σε συντριβάνια φωτός







IV






Ψυγείο και γυναίκα γυμνή
Με μαλλιά ξεπλυμένα
Χαϊδεύει πλαστικά φαγητά
Κερασένια σκουπίδια
Στο ταμείο χτυπάει






V







Ένα ταχυδρομείο νεκρό
Με γκόμενες κοτολέττες
Ν' αερίζουν κάθε πρωί τους διαδρόμους

Ένα νεκροδρόμιο ταχύ
Στις πίστες του τρέχουν
Κότες ακέφαλες
Και άπτερα δίποδα μηχανικά






VI






Το σκοτάδι καταπίνει κέρματα
Ξερνάει φώτα και συσκευασίες φαγητών
Σβήνει φωνές φωτιές φωτομοντέλα
Ανάβει πράσινο
Περνάω
Με πατάει


ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ

Απεταξάμην τα ποιητικά ημίφωτα

Τις αλκοολούχες περιπέτειες της ύλης

Όλα τα μελαγχολικά παλίμψηστα

Που αφήνουνε στο στόμα

Τη γεύση του κενού


Ξεδίπλωσα κουφάρια ζωής

Ανακατεύοντας τη λάσπη του μυαλού μου

Διέβρωσα τις βεβαιότητες

Έκανα βήματα μπροστά


Ελλείπει βέβαια ακόμα ο σκοπός

Μια σταθερή αναφορά ή λόγος ύπαρξης

Ένας θεός ή έστω ένας μαρξ

Ένα μεγάλο πορτοκαλί κίνητρο

ATAKA MEΘΥΣΜΕΝΟΥ

Να ‘σαι μπαλάκι

Να κυλάς

Να εκτοξεύεσαι

Με την ίδια όμως ευκολία

Σ’ ένα δωμάτιο ή στο σύμπαν